Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

Τάφρος

Μία τάφρος από χώμα, 500 χρόνων νέα, απλωμένη, καθαρή.
Κι ένα τείχος απο πέτρα που με κόπο είχε κτιστεί,
Να προλάβει το κακό, να φυλάξει αυτή την πόλη από επίθεση σκληρή.

Φωτισμένα είναι τώρα, με κοιτάνε σιωπηλά μεσ' της νύχτας
την ομίχλη κάποιας φθινοπωρινής βραδιάς.
Κάποια σπιτάκια σ' ένα δρόμο μες της πόλης την καρδιά
να στολίζουνε το τείχος σαν κορόνα βασιλιά.

Φωτισμένα, με την φάτσα τους στολίδι, απο πίσω κρύβουν μπάζα και ερείπια φριχτά.
Πως γκρεμίστηκαν και σβήσαν τα παλιά μου ιδανικά, που σαν έφηβο αλάνι, λίγα μέτρα πιο μακριά,
προσπαθούσα να περάσω απ' τα σύρματα φρουρών, νομιζόμενος πως θα βρω πίσω τους την λευτεριά.

Πίνοντας τώρα το κρασί μου και ρουφώντας τον καπνό,
πως περάσανε τα χρόνια, πως αλλάξαν οι καιροί συλλογιέμαι κι απορώ.

Κούφια λόγια έχουν ακούσει, τα ερείπια κι εγώ, κι όταν θα 'χω πια πεθάνει,
γίνω ένα με τη γη, πάλι αυτά θα τα ακούνε στην αιώνια τους ζωή.