Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Φινάλε

Έχει τρόπο απαίσιο η ζωή,
να σου κρατάει ταμένα.
Σε ώρα ανύποπτη, θολή,
στα ρίχνει μαζεμένα.

Κει που νομίζεις γλύτωσες,
βλέπεις πια την κορδέλα,
μ 'ένα μπαστούνι σε τραβά,
και σε ξαπλώνει χάμω.

Άντε μετά να σηκωθείς,
κι ας είσαι ζαλισμένος,
ποιά αμαρτία μου παλιά,
ήρθε πια και με βρήκε.

Όσο δρόμο και να 'κανες,
να φτάσεις στο φινάλε,
με τα φτερά σου πια μισά,
δεν θα 'ναι  πλέον ίδιο.

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Πουλημένοι

Πουλημένοι επαναστάτες,
με σπασμένα ιδανικά,
ψάχνουνε παιδάκια πόστερ,
για να νιώσουν την χαρά.

Μια χαρά πως όσα είχαν,
στη ζωή ονειρευτεί,
δεν πουλήσαν,
για ένα σπίτι, ένα γραφείο
και παντόφλες θαλασσί.

Για το σύστημα μιλάνε,
που τους πνίγει τη ψυχή,
τους αγώνες τους με αίμα
πνίγει απά στη κάθε αναλαμπή.

Καημένε ανθρωπάκο,
πότε πια θα μάθεις,
πως το σύστημα είσαι συ,
μα και γω κι ο κάθε άλλος.

Αν δε σέβεσαι τους άλλους,
μοναχά με επιβολή,
πως θα αλλάξεις πια ζωή;
Αλλο σύστημα θα γίνεις
και αφέντης θα 'σαι συ.

Αντιεξουσιαστής τι λέει;
Τι σημαίνει τώρα πια;
Πως δεν γουστάρεις
κανενός τα χνώτα που
δεν είναι σαν εσύ.

Σαν αυτοί που τους μισείς.

Ποιήμα του ενός λεπτού

Μέσα στου ονείρου το βυθό,
Κρύβεται πάντα η αλήθεια.

Κι είναι δική σου,
απλή κι αληθινή
σαν το παιδάκι
που ψάχνει στα σκουπίδια,
για ένα παιχνίδι, τόσα δα μικρό,
ίσα για να ξορκίσει,
της φτώχιας την ασκήμια.

Μες την ασκήμια ζούμε όλοι,
μα πάντα θε να ψάχνουμε
για των ονείρων την φυγή,
αυτό που αληθινά σ' ορίζει.

Για αυτά ερίχτης πας τη Γη,
μπας και μονάχος σου,
κάποια, υλοποιήσεις.

Κατακλυσμός

Ενα βράδυ το 'χες δει,
μες του ονείρου σου,
τη δίνη, σαν προφητική γραφή.

Στον κατακλυσμό του κόσμου,
όλα τα παλιά κι αγαπημένα,
να 'χουν πια πνιγεί.

Τεράστια ποτάμια εκυκλώσανε τη γη,
Νέα βουνά έχουν χαράξει,
Λίμνες φτιάξαν απ' της πόλης την σφαγή.

Κι εσύ κυλάς με το ποτάμι,
τρέχεις με μεγάλη φόρα
10 λεύγες το λεπτό.

Σε βουτά το μανιασμένο κύμα,
Χτυπάς τον πάτο και γυρνάς.

Σ' όλη αυτή τη φασαρία,
βλέπεις γύρω συρφετό,
μπάζα, ξύλα μα και ζώα,
σαν κι εσένα μανιασμένα,
ψάχνουν κάπου να πιαστούν.

Σταματάς πια να παλεύεις,
είναι ανώφελο πολύ,
ας το κύμα να σε πάρει,
ώσπου αυτό να κουραστεί.

Το τοπίο απολαμβάνεις,
το αλλιώτικο πολύ,
Κι αν η μοίρα σου το θέλει,
κάπου θα προσγειωθείς.

Ολα κάποτε τελειώνουν,
κι οι πλημμύρες κι οι ζωές,
ποιό για σένα θα ρθει πρώτο,
δεν θα μάθουμε ποτέ.

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2014

Ανίκητος

Ανίκητος φαινόσουνα,
στα μάτια του μικρού,
περίεργος τύπος ήσουνα,
κοντός μα ρωμαλέος.

Λες κι είχες βγει απο παλιά ιστορία, Ρωμαίος Λεγεωνάριος ή μαχητής στην Τροία.

Πόσα υπόφερες δεν έμαθε ακόμα,
δεν μίλαγες για κείνα,
μόνο τα έγραψες λιτά για να τ' απαριθμήσεις.

Ανίκητος κι αγνός,
κακία δεν εκράτησες,
ποτέ σου, σε κανένα.
Κι ας σου 'χαν κάνει τόσα,
φίλοι, αδέρφια, συγγενείς,
Εγγλέζοι μα και Τούρκοι.

Κι αν νίκησες τον χάροντα,
αυτός σε περιμένει,
έχει προσλάβει σύμμαχο,
το ίδιο το κορμί σου,
μέρα τη μέρα να σου κλέβει,
κομμάτια της ψυχής σου.

Μοιάζεις, μα δεν είσαι πια,
ανίκητος πατέρα,
όπως κι εγώ δεν είμαι πια,
εκείνος ο μικρούλης.

Θαριέμαι τώρα κι εγώ,
ανίκητος πως είμαι,
μα θα 'ρθει η ώρα κι η στιγμή
και της δικιάς μου ήττας.

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2014

Του φόβου

Θυμάσαι;
Που όταν ήσουνα παιδί,
φοβόσουν το σκοτάδι.
Κοιμόσουν πάντα με του
ηλεκτρικού φωτός,
το λαμπερό το χάδι.

Θυμάσαι;
Που έτρεμες τα τέρατα,
που κρύβονταν στο σκότος,
Κάτω απ'το κρεβάτι σου,
να σε παραμονεύουν.

Θυμάσαι;
Πως το σκέφτηκες;
Το φόβο να νικήσεις,
κοιτώντας τον στα μάτια.

Κάθε νυχτίς πριν κοιμηθείς,
στο πάτωμα να πέφτεις,
την καληνύχτα σου να λες,
κατά άγνωστων τεράτων.

Ξόρκισες μόνος το κακό,
ας είναι, με καλόπιασμα,
με μια σου καληνύχτα.

Κάποτε, αργότερα,
σηκώθηκες κι έσβησες τη λυχνία,
φτάνει πια σκέφτηκες,
Τέλος, δεν θα φοβάμαι.

Πόσο απλά, πόσο αγνά,
ενίκησες το φόβο,
κι ας ήτανε για πράματα,
ασήμαντα, αστεία.

Ο φόβος είναι φόβος.

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2014

Θολό φεγγάρι

Θολό φεγγάρι μου, χλωμό,
Απατηλές νεφέλες σε σκεπάσαν.
Πως θες να βλέπω τώρα πια;
Ποιό δρόμο να διαλέξω;

Μοιάζουν ίδια, όλα, μεσ' την καταχνιά,
Μεσ' το αχανές σκοτάδι.

Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται,
ακόμα και στο φως σου,
μα σκέψου πως τρομαχτικά,
γίνονται στο φευγιό σου.

Ας είναι, μόνο μ' άφησες,
μόνος θα συνεχίσω,
Του φόβου δεν θα ακροαστώ,
Τ' απατηλού συμβούλου.

Το δρόμο, ελπίζω πως θα βρω,
μοναχικός διαβάτης,

Οταν ξανά θα σε ιδώ,
σαν φύγουν οι νεφέλες,
δεν θα 'ναι απο ανάγκη.

Θα 'ναι γιατί σε καρτερώ,
σα φίλος, να περάσεις,
με ένα σου βλέμμα πρόσχαρο,
να μου χαμογελάσεις.

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2014

Αφεση

Κοιτάς απο μακριά,
όλα όσα έχεις κατακτήσει,
μα μοιάζουν όλα άσκοπα, θολά.

Κούφιος ο θρόνος σου, λειψός,
γιομάτος απ' των σκουληκιών τις τρύπες.

Ψάχνεσαι ακόμα, ψάχνεσαι, κι όλο σε χάνεις.

Ποιός να 'σαι πιά; Το ξέρεις; Το θυμάσαι;

Προσπάθησες με λόγια να ορίσεις την πληγή σου, κανείς δεν βρέθηκε για να σε καταλάβει.

Μόνος παλεύεις με τα κύματα,
ψυχή τρικυμισμένη,
Μα ψάχνεις πάντα την στεριά
κι ας ειν' κι αυτή χαμένη.