Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Κατακλυσμός

Ενα βράδυ το 'χες δει,
μες του ονείρου σου,
τη δίνη, σαν προφητική γραφή.

Στον κατακλυσμό του κόσμου,
όλα τα παλιά κι αγαπημένα,
να 'χουν πια πνιγεί.

Τεράστια ποτάμια εκυκλώσανε τη γη,
Νέα βουνά έχουν χαράξει,
Λίμνες φτιάξαν απ' της πόλης την σφαγή.

Κι εσύ κυλάς με το ποτάμι,
τρέχεις με μεγάλη φόρα
10 λεύγες το λεπτό.

Σε βουτά το μανιασμένο κύμα,
Χτυπάς τον πάτο και γυρνάς.

Σ' όλη αυτή τη φασαρία,
βλέπεις γύρω συρφετό,
μπάζα, ξύλα μα και ζώα,
σαν κι εσένα μανιασμένα,
ψάχνουν κάπου να πιαστούν.

Σταματάς πια να παλεύεις,
είναι ανώφελο πολύ,
ας το κύμα να σε πάρει,
ώσπου αυτό να κουραστεί.

Το τοπίο απολαμβάνεις,
το αλλιώτικο πολύ,
Κι αν η μοίρα σου το θέλει,
κάπου θα προσγειωθείς.

Ολα κάποτε τελειώνουν,
κι οι πλημμύρες κι οι ζωές,
ποιό για σένα θα ρθει πρώτο,
δεν θα μάθουμε ποτέ.