Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

Απογοήτευση

Δεν είναι αργά, μα ούτε και νωρίς,
Αυτό το σαββατόβραδο σε βρίσκει μοναχό σου.
Έχει περάσει μια βδομάδα κι ακόμη νιώθεις μισός, σαν να σου λείπει ένα κομμάτι απ' το μυαλό σου.
Γέμισε η ζωή σου πάλι με εμπόδια,
αυτά που γεννάει μονάχος του ο νους, για να 'χεις να μη σκέφτεσαι αυτά π' αληθινά σου λείπουν.
Λύση δεν ξέρεις πως θα βρεις, γι αυτό και πίνεις μόνος,
Άδεια η ψυχή σου αυτή την ώρα,
την πνίγεις μ' αλκοόλ,
μπας και μπορέσεις πια να κοιμηθείς.
Αυτές οι θερινές οι αϋπνίες, που σε ταλαιπωρούν
κι αφήνουνε το νου να ταξιδεύει, πως σε κουράζουν τελικά.
Η φαντασία δεν αρκεί τη μοίρα να προβλέψει,
μονάχα απογοητεύεσαι που βγήκες πάλι λάθος.

Επερχόμενη Λύπη

Το καθρέφτισμα του ηλιοβασιλέματος στον κακοτεχνισμένο τοίχο,
ταιριάζει με το μουντό, τούτου του απογέματος.
Τέρμα του καλοκαιριού και η ρουτίνα προσπαθεί να ξεμαγκώσει τα γρανάζια της, που σκούριασαν απ' της θαλάσσης την αλμύρα κι απο 'δρώτα.
Μελαγχολικό απόγιωμα, τ' Αυγούστου τελευταίο Σαββατόβραδο, θρηνώ την απουσία σου προτού ακόμα φύγεις.

Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

Καουμπόι

Τώρα σε κατάλαβα φτωχέ και μόνε καουμπόι.

Τώρα που σαν κι εσέ καβάλλησα ένα άτι
κι αγνάντεψα την ομορφιά της γης απ' άκρη ως άκρη.

Μονάχα εσύ κι ο ουρανός, τα δέντρα και η πλάση.
Η ησυχία του θεού στην μέση όλου του κόσμου.

Και τ' άλογο τι πλάσμα να ναι τούτο. Πελώριο και υπάκουο και με τα μάτια του θωλά, λες και για σένα κλαίνε.

Ο Ινδιάνος

Εγνώρισα που λες, τον Ινδιάνο τον Αντρές,
σε μια πολίχνη μέσα, στου Μεξικού τα αψηλά φαράγγια.

Είχε τα πόδια του γυμνά εξ' ων απ τα σαντάλια που με δερμάτινα λουριά τύλιγαν τα λιγνά του καλάμια.

Ανήκει λεν σε μια φυλή που τρέχουνε πολύ. Για ώρες ανεβαίνουνε φαράγγια και λαγκάδια,
για να κρυφτούν απ' του λευκού τη γλώσσα και τα χούγια.

Μονάχα την πραμάτεια τους πουλάνε μες τους δρόμους κι αποβραδίς, τρυπώνουνε στις χαμηλές σπηλιές τους.

Ητανε γέρικος, ψηλός και περπατούσε ολόρθος μέσα στης πόλης, της μικρής, την κεντρική λεωφόρο.

Κοιτούσε τα εμπορεύματα και περιεργαζόταν μέσα στα καταστήματα, όλη τους την πραμάτεια.

Του ζήτησα κλεφτά, κλεφτά μια του φωτογραφία,
να έχω στα γεράματα, σαμπώς και θα του μοιάσω.

20 πέσος ζήτησε γι' αυτή μου την αυθάδεια,
γιατί οι ινδιάνοι λένε πως την ψυχή σου κλέβουνε,
αυτά τα μαραφέτια.

Τα πέσος είναι μαγικά και σου την επιστρέφουν...

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2014

Περιπέτεια

Της περιπέτειας οι ώρες,
πως σου γεμίζουν το μυαλό.

Ξεχνάς τα πάντα, την ρουτίνα,
που σε κρατάνε δέσμιο.

Κι αν σου κουράζει το κορμί,
κι αν ώρα, ώρα νιώθεις οτι
θα σωριαστείς στη γη,
όλα μα όλα σου περνάνε γιατί
γεμίζει η ψυχή.

Μακριά απο έγνοιες και κακίες,
ανθρώπους που φάνηκαν μικροί,
μόνο με μια καλή παρέα, πως
γίνεται αλλιώτικη η ζωή.

Ζήσε την ώρα, τη στιγμή,
κάποτε θα σβήσει το κορμί,
Κι από όλα τα άλλα που 'χεις
κάνει, μήτε λεφτά, μήτε καρριέρα,
δεν θα 'ναι εκεί για σένανε.

Θα έχεις πάντα να θυμάσαι,
με της καρδιάς το μνημικό
και μες αυτές των φίλων σου,
της περιπέτειας το ζόρι, κείνο
το γλυκό και τους δεσμούς που θέριεψε.