Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

Το βουνό και το δέντρο

Μιά φορά κι έναν καιρό ήταν ένα βουνό. Όχι πολύ μεγάλο, μα ούτε και πολύ μικρό, να λίγο πιο μεγάλο από έναν λόφο. Γύρω από το βουνό απλωνόταν ένας απέραντος κάμπος, πράσινος απ' τους λογίς θάμνους, τα δέντρα και τα σπαρτά του. 

Το βουνό όμως, το βουνό ήταν έρημο, γκρίζο και θολό. Σαμπώς να έκλαιγε, καθώς μόνο νεράκι έτρεχε από μέσα του πάνω στις πέτρινες πλαγιές του.

Κάποτε το βουνό ήταν ομαλό, με χώμα καμωμένο, αλλά το σκλήρυναν οι άπονοι αγέρηδες και οι μανιασμένες καταιγίδες. Όσο χορτάρι και θαμνάκια είχε συντροφιά τα πήρανε μαζί τους. Και έμεινε μόνο, ένα γκρίζο βουνό μέσα σ' έναν πράσινο κάμπο. Να κοιτάζει από ψηλά των άλλων, την απλή, την ευτυχία. Κι όμως περίμενε, δεν ήξερε τι, αλλά περίμενε. Περίμενε κι υπόμεινε. 

Πέρασε ο καιρός κι ήρθε ένα βράδυ, βράδυ με φεγγάρι, μια γιορτινή νυχτιά. Φυσούσε τότε λυσσασμένα ένας τρελός βοριάς, αγέρας μεθυσμένος. Κρυμμένο μες τα θολά τα γένια του, γένια στροβιλισμένα, βρισκόταν ένα τόσο δα σποράκι. Ξέφυγε απ' του αγέρα την παγερή αγκάλη κι έπεφτε, έπεφτε, μέχρι που χτύπησε στα βράχια του βουνού κι έπειτα κύλησε και κύλησε και χάθηκε σε μια χαραμάδα ενός βράχου. Κι έμεινε εκεί, προστατευμένο μα λειψό, ζεστό μα διψασμένο. 

Πέρασαν μέρες και το σποράκι αφουγκραζόταν την καρδιά του βουνού. Ένιωσε την μοναξιά και την απελπισία κι όλη την αγάπη που είχε να δώσει. Πείσμωσε και ρίζωσε κι έσπασε τον βράχο. Το βουνό καθώς ένιωσε κι αυτό του σπόρου την αγάπη, νεράκι του δωσε να πιεί, να πιεί να δυναμώσει. Κι έγινε εκείνη η στιγμή, αγκάλη πεισμωμένη. 

Κόντρα στους δύσκολους καιρούς, στης φύσης τα τερτίπια, ερωτευτήκαν, το βουνό κι ένας μικρούλης σπόρος. Κι ο σπόρος έγινε δεντράκι στην αρχή, τόσο όσο ένα μπαστούνι κι ψήλωσε και ψήλωσε κι έγινε μεγάλο. Κι έφτασε πια ως την κορφή και άπλωσε τα φύλλα και τα κλωνιά του τα πλατιά, για να σκεπάσει το βουνό που αγάπησε με πάθος. Οι ρίζες του έφταναν βαθιά, ως την καρδιά του βουνού, και έπιναν απλόχερα, το νάμα της ψυχής του. Και το δέντρο φούντωσε κι έβγαλε παραπούλια και γέμισε όλο το βουνό, δεντράκια σαν και κείνο. 

Το γκρίζο έγινε καφέ απ' τους κορμούς και πράσινο απ' τα φύλλα και γέμισε λουλούδια. Όταν φυσάει άνεμος, το θρόισμα των φύλλων, ερωτικό τραγούδι γίνεται και ομορφαίνει η πλάση. Όταν ανοίγει ο ουρανός και βρέχει απ' άκρη ως άκρη, πασ' του βουνού τη ράχη, φιλί γίνεται, η βροχή κι αγκάλη τα ποτάμια, απάνω στου δέντρου την καρδιά, δώρο απ' το βουνό του. 

Ένα δέντρο κι ένα βουνό, ένα βουνό κι ένα δέντρο. Μαζί ένα και το ίδιο. Όταν κοιτάς από μακριά πως να τα ξεχωρίσεις; Λες να ένα πράσινο βουνό, ωραίο, μυροβλισμένο. Που να ξέρες πως για να γενεί θέλει το 'να το άλλο. Αν είναι χώρια τίποτα, θολούρα και μαυρίλα και μοναξιά απέραντη να πνίγει την σιωπή τους. 

Ήρθε όμως ο καιρός που η παγωνιά εσκέπασε τον τόπο. Τέτοιο μανδύα ολόλευκο, βαρύ και πετρωμένο δεν ξαναείδε η πλάση εκεί, στου κάμπου τα λημέρια. Και το βουνό επάγωσε, οι πέτρες του σκλήρυναν, τις ρίζες επληγώσανε και μάδησαν τα φύλλα. Κοιμήθηκε τότε το βουνό, να μην νοιώθει τον πόνο. Ύπνο κοιμήθηκε βαρύ, γιατί ως το ξέρουμε καλά, τα βουνά είναι αιώνια κι ένας χειμώνας που για μας μοιάζει πως δεν τελειώνει, ούτ' ένα δευτερόλεπτο στο μέτρο το δικό τους.
Το δέντρο πάλεψε πολύ, να αντέξει τόσο κρύο, μα όσο πάλευε αυτό, τόσο πολύ χωνόταν στο χιόνι και στον παγετό, σχεδόν ούτε φαινόταν.

Την τελευταία του στιγμή, μαζεύει το κουράγιο και βγάζει μια αχνή φωνή, το κύκνειο του άσμα. Φωνάζει το δέντρο στο βουνό: "Αγάπη μου καλή μου, Αν σφίξεις κι άλλο θα χαθώ, δεν έχω που να πάω. Είναι το σπίτι μου εδώ, δεν θέλω μα ούτε και μπορώ μακρυά σου για να φύγω". 

Το βουνό άκουσε την κραυγή του, και εσυλλογίστηκε κι αυτό τι πήγαινε να γίνει. Μπορεί το δέντρο να 'τανε μικρό, μπροστά στο μέγεθος του, μα το 'χε αγαπήσει. Αν είναι κάτι έρωτας, ήτανε μεταξύ τους. Θυμήθηκε της άνοιξης τις νύχτες, που άνθιζε το δεντράκι του και μύριζε ο τόπος. Του καλοκαιριού της μέρες, τα καμίνια, που η ομπρέλα του δέντρου του, του δρόσιζε τις πλάτες.

Κι αυτό, το βουνό, τι έκανε: Μες του χειμώνα τ' απανωτά τα χιόνια, την συννεφιά την σκοτεινή που έκρυβε τον ήλιο, ξέχασε την αγάπη του κι έβλεπε το δικό του. 

Και ψιθυρίζει κλαίγοντας: "Συγχώρα με, δεντράκι μου, αγάπη της ψυχής μου. Δέξου από τα σπλάχνα μου ζεστό νερό στην ρίζα, να αντέξεις αυτή την παγωνιά, ετούτο το χειμώνα. Η άνοιξη πια δεν αργεί να φτάσει στην καρδιά μας κι όρκο σου δίνω αληθινό, χειμώνας κι αν ξανάρθει μαζί σου πάντα θα με βρει, φύλακα και προστάτη".

Κι εγίνηκε το θαύμα, και το δεντράκι ρούφηξε σιγά σιγά με κόπο, νεράκι φρέσκο και ζεστό απ' του βουνού τα βάθη. Κύλησε μες τις φλέβες του και έλιωσε τον πάγο που το βαρούσε ως τα ψηλά κλωνάρια ως την ρίζα. Ζωντάνεψε και άντεξε, εκείνο τον χειμώνα, που σαν είπε το βουνό, εκύλησε κι έφυγε σαν άσπρο, λείο βέλος.

Κι αφού κατάλαβαν κι οι δυό, την πόση αγάπη έχουν, μαζί κοιμούνται και ξυπνούν, δύουν και ανατέλλουν. Λεπτάκι δεν αφήνουνε μόνο το ένα τ' άλλο και αιώνες πια περάσανε μαζί κι ακόμα αντέχουν.


Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Κούφιοι

Σε είδα που ήρθες,
ίδιος εσύ σαν τόσους άλλους,
στρατιωτάκια του κουτιού.

Κούφιο κουστούμι,
τρύπιο μυαλό,
κελαηδούσες ρητορίες,
κι εξηγήσεις, ούτε μια.

Πάντα θέλεις από μένα,
και ζητάς και απαιτείς.
Κι όταν πια θα σου ζητήσω,
κομματάκι, ένα ψωμί,
την κλωτσιά σου θα μου δώσεις
και θα βρίσεις και θα βγεις.

Μία μάσκα, πάραδίπλα άλλη μιά,
κι άλλη, κι άλλη, είσαστε ήδη πια πολλές.

Ζείτε μόνο για το τσίρκο,
το δικό σας μικρό σπορ.
Μια ο ένας, μια ο άλλος,
κελαηδάτε με σειρά.

Χειροκροτιέστε μεταξύ σας,
χαιδεύεστε κρυφά,
κουστουμάκια μου καημένα,
δεν θα γίνω σαν και σας.

Βγαίνω απ' την πόρτα και σας φτύνω,
περπατάω και σφυρώ,
βλέπω κατάματα τον Ήλιο,
κι αρχινώ και τραγουδώ.


Αν

Στην γωνία αυτού του κόσμου,
που μας όρισε ο θεός,
της πατρίδας μας τα χνώτα,
πολιτισμός κι ηρωισμός.

Αναμετρήσαμε τον Χάρο.
Δίχως ελπίδα, μόνο ζήλο.
Τον γνωρίσαμε αντρίκια,
Τον κερδίσαμε στα ίσια.

Κι όταν χάναμε ακόμα
μες ΄τα μαρμαρένια αλώνια,
φεύγαμε πάντα γελαστοί.

Δεν θυμούνται πια τον Χάρο,
ούτε Πέρση, μήτε Τούρκο,
ούτε καν τον Γερμανό.
Θυμούνται όμως τον τρελό,
τον λεβέντη τον Γρεκό.

Χαρωπό το ποιήμα λέτε,
Και πατριωτικό πολύ.
Έλα όμως που λυπάμαι
Και αισθάνομαι ντροπή.

Κάθε τέτοια ιστορία,
θάρρους, δίκαιου, τιμής
συνοδεύεται απ' άλλη
σκοτεινή και φαυλική.

Ο Γρεκός, Γρεκό σκοτώνει
και προδώνει στον εχθρό.
Ένας Γρεκός φθονεί τον άλλο
και του εύχεται κακό,
ξεπουλάει ένας τον άλλο,
κάλλιο εσύ παρά εγώ.

Ένα "Αν" πάντα με πνίγει 
και έχω πάντα στο λαιμό.
Αν η φάρα κι η γενιά μου,
δεν μισιούνταν μεταξύ,
πόσο αλλιώτικη θα ήταν
τούτη η χέρσα εδώ η γη;
Ξεγελιόμαστε μονάχοι,
να υμνούμε τα παλιά,
κι όσα στραβά έχουμε κάνει,
τα διαγράφουμε με μιας.

Ο Σολωμός κι αν μας καλεί,
ο Σίσυφος κι ο Τάνταλος,
μας οδηγούν απ' την αρχή,
κι απ' την αρχή, κι απ' την αρχή...