Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014

Μέτοικος

Γεννήθηκα σε ξένη γη, σε σπίτι δανεικό.
Μια παράγκα κάτω από κάτι ευκαλύπτους.
Οι γείτονες χίλιες φυλές, όλοι ξεριζωμένοι.
Στο χώμα εκείνο το σκληρό που πρωτοαγάπησα την φύση,
σπίτια ακριβά έχουν κτιστεί και τίποτα τώρα δεν θυμίζει
το μποστανάκι του παππού, που έστησε με κόπο
για να θυμίζει σ' όλους μας την γη που 'χε αφήσει.

Μεγάλωσα σε ξένη γη, σε χώμα δανεικό.
Ένα σπιτάκι ισόγειο ο πατέρας μου είχε κτίσει,
ταπεινό με ότι μπορούσε η καρδιά της μάνας να γεμίσει.

Με χέρια, κόπο, δάκρυα μεγάλωσα σε ξένη γη κι ήμουνα πάντα ξένος.

Ποτέ μου δεν αγάπησα χωριό ή πόλη ή χώρα.
Μεγάλωσα σε ξένη γη κι ήμουνα πάντα ξένος.

Αντρώθηκα κι έφυγα, σε ξένη γη και πάλι,
μα τίποτα δεν με κρατάει δεμένο.
Όσα μου δώσαν προσπαθώ να τα επιστρέψω πίσω,
στα δικά μου τα παιδιά πως να τα εξηγήσω;

Δεν είν' η γη ο κόσμος μου, δεν έχει αλυσίδες.
Δεμένος πάνω, δεν είμαι και αν έχω κάτι μάθει,
πως η καρδιά μου φτιάχτηκε μ ' ανθρώπους να γεμίζει.
Τα άλλα είναι περιττά, μονό όταν και εφ' όσον.

Όσο για πλούτη και λεφτά, καθόλου δεν μ' ορίζουν.
Είναι το μέσο, όχι ο σκοπός και τίποτα δεν τ' αγιάζει.

Έμαθα από μικρό παιδί τ' ωραίο να θαυμάζω,
άμα δεν έχεις τίποτα, όλα σου φαίνονται όμορφα ακόμα κι αν είναι ξένα.

Με χέρια, κόπο, δάκρυα μεγάλωσα σε ξένη γη κι ήμουνα πάντα ξένος.

Ποτέ μου δεν αγάπησα χωριό ή πόλη ή χώρα.
Μεγάλωσα σε ξένη γη κι ήμουνα πάντα ξένος.