Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

Του θανάτου

Περιδιαβαίνοντας κανείς σ' ένα νεκροταφείο, 
πολλά μπορεί να δει να απλώνονται μπροστά του.
Μνήματα μεγάλα και μικρά, λιτά και στολισμένα. 
Άλλα να είναι καθαρά και άλλα χορταριασμένα.
Κάποιων που έφυγαν μικροί μια θλίψη αποπνέουν.
Κι αυτών που έφυγαν μεστοί, λιτά απαριθμούν,
όλα τα χρόνια πού έζησαν στης γης τα μονοπάτια.

Ξέρεις το πότε άρχισαν και πότε τελειώσαν, 
έτουτο τον περίπατο που έλαχε να κάνουν.
Δεν ξέρεις όμως τι έκαναν για τόσο όσο ζούσαν. 
Εξων από τις εξαιρέσεις, όπου ήταν επώνυμοι ή πλούσιοι
κι ακόμα βλέπεις τα έργα και τη φήμη.
Και σ' αυτών ακόμα των ηρώων, που για να ξεχωρίζουν,
σημαίες τους έχουν αγκαλιά για να τους μακαρίζουν.

Τι να 'ναι πιο σημαντικό; το πόσο έχεις ζήσει ή μάλλον
 το τι έκανες και πόσο είχες ανθίσει;
Αν σαν αμυγδαλιά αψήφησες το κρύο και εμοσχοβόλησες
την γη κι έστειλες τους ανθούς σου μέχρι τα πέρατα της γης, 
καβάλα πας του ανέμου, το άτι το ατίθασο που ορίζει όλη την πλάση.

Το μνήμα είναι για εμέ προσπάθεια ματαία, 
τον χρόνο να κερδίσουμε και να εκδικηθούμε. 
Τι σημασία έχει το μάρμαρο που ζει σχεδόν για πάντα, 
μπροστά στο καίριο της ζωής το πνεύμα το καθάριο;

Αν θες να σε θυμούνται, καν' το με έργα ολημερίς και δείξε μόνο αγάπη.
Εν ποιηματάκι, αγνώστου, έχω στον τοίχο που λέει
οτι η ζωή ειν' όλη ένα ταξίδι και σημασία δεν έχει ο προορισμός, 
αλλ' οι καρδιές που άγγιξες στον δρόμο.

Γι' αυτό κι εγώ όταν πια θα την κάνω, 
για τα περβόλια του ουρανού ή μάλλον 
για της κολάσεως τα απύθμενα λαγούμια, 
θα 'θελα να με κάψουν και στης 
θαλάσσης τ' αφριστό το κύμα να με ρίξουν. 

Έτσι πια θα πάω σ' όλο τον κόσμο, 
όπως από παιδί ονειρευόμουν και έχω απωθημένο.

Κι αν κάποιος, όποιος μ' αγάπησε θέλει να με τιμήσει, 
μες την καρδιά του ας με κρατά, κι αυτός ώσπου να σβήσει.

Παρασκευή 14 Μαρτίου 2014

Τι;

Κι είναι αφόρητο πολύ,
Να ξέρεις το Τι κι όχι το Πως,

Να ξέρεις πως κάπου ο ήλιος ανατέλλει κι όμως εδώ είν ' ακόμα σιωπή.
Κι αν τύχει και ταξιδεύεις προς τη δύση, μπορεί και τον ήλιο να μην ξαναδείς.

Σαν ναυαγός σε μια σχεδία, όσο κι αν ξέρεις πως κάπου υπάρχει στεριά, 
Eσύ μπορεί ποτέ σου να μην την βρεις.
Να 'σαι στου δρυμού την μέση κι όπου κοιτάς να 'ναι το ίδιο, 
Mήτε τέλος, μήτε αρχή.

Πως να ορίσεις σκόρπιες τις σκέψεις σε σειρά;
Πως να δαμάσεις της τύχης τα χούγια τα τρελά;
Πως να δεις πέρα απ' την ομίχλη, που σου τρελαίνει τα μυαλά;
Πως να ξεφύγεις απ' τον φόβο, που σε σωριάζει καταγής;

Κάποτε ξέρω, κάποτε όχι,
Πάντοτε ψάχνω, σπάνια βρίσκω,
Να έχει μέθοδο η τρέλα, τούτη η σπείρα η ζωή;

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

Ερωτικό I

Στα μονοπάτια της καρδιάς μ' οδήγησες καλή μου,
Μου άνοιξες τα μάτια μου, μου δείξες την ψυχή μου.

Θα 'μουν, δεν θα 'μουν τίποτα χωρίς εσένα πλάι.
Να διώχνεις την μαυρίλα μου, με μιαν γλυκιά αγκάλη.
Να διώχνεις την σκοτούρα μου, μ' ένα μονάχα χάδι.

Εσύ με ξαναγέννησες, πιότερο κι απο μάνα,
Βρήκες την πόρτα της καρδιάς κι έσπασες την αμπάρα.

Θα 'μουν, δεν θα 'μουν τίποτα χωρίς έσενα πλάι.
Να διώχνεις την μαυρίλα μου, με μιαν γλυκιά αγκάλη.
Να διώχνεις την σκοτούρα μου, μ' ένα μονάχα χάδι.

Μ' εσένα είμαι λεύτερος, έχω καρδιά λιοντάρι,
Και για τα δυό τα μάτια σου θα πήγαινα ως τον Άδη.

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

Τάφρος

Μία τάφρος από χώμα, 500 χρόνων νέα, απλωμένη, καθαρή.
Κι ένα τείχος απο πέτρα που με κόπο είχε κτιστεί,
Να προλάβει το κακό, να φυλάξει αυτή την πόλη από επίθεση σκληρή.

Φωτισμένα είναι τώρα, με κοιτάνε σιωπηλά μεσ' της νύχτας
την ομίχλη κάποιας φθινοπωρινής βραδιάς.
Κάποια σπιτάκια σ' ένα δρόμο μες της πόλης την καρδιά
να στολίζουνε το τείχος σαν κορόνα βασιλιά.

Φωτισμένα, με την φάτσα τους στολίδι, απο πίσω κρύβουν μπάζα και ερείπια φριχτά.
Πως γκρεμίστηκαν και σβήσαν τα παλιά μου ιδανικά, που σαν έφηβο αλάνι, λίγα μέτρα πιο μακριά,
προσπαθούσα να περάσω απ' τα σύρματα φρουρών, νομιζόμενος πως θα βρω πίσω τους την λευτεριά.

Πίνοντας τώρα το κρασί μου και ρουφώντας τον καπνό,
πως περάσανε τα χρόνια, πως αλλάξαν οι καιροί συλλογιέμαι κι απορώ.

Κούφια λόγια έχουν ακούσει, τα ερείπια κι εγώ, κι όταν θα 'χω πια πεθάνει,
γίνω ένα με τη γη, πάλι αυτά θα τα ακούνε στην αιώνια τους ζωή.

Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

Μέτοικος

Γεννήθηκα σε ξένη γη, σε σπίτι δανεικό.
Μια παράγκα κάτω από κάτι ευκαλύπτους.
Οι γείτονες χίλιες φυλές, όλοι ξεριζωμένοι.
Στο χώμα εκείνο το σκληρό που πρωτοαγάπησα την φύση,
σπίτια ακριβά έχουν κτιστεί και τίποτα τώρα δεν θυμίζει
το μποστανάκι του παππού, που έστησε με κόπο
για να θυμίζει σ' όλους μας την γη που 'χε αφήσει.

Μεγάλωσα σε ξένη γη, σε χώμα δανεικό.
Ένα σπιτάκι ισόγειο ο πατέρας μου είχε κτίσει,
ταπεινό με ότι μπορούσε η καρδιά της μάνας να γεμίσει.

Με χέρια, κόπο, δάκρυα μεγάλωσα σε ξένη γη κι ήμουνα πάντα ξένος.

Ποτέ μου δεν αγάπησα χωριό ή πόλη ή χώρα.
Μεγάλωσα σε ξένη γη κι ήμουνα πάντα ξένος.

Αντρώθηκα κι έφυγα, σε ξένη γη και πάλι,
μα τίποτα δεν με κρατάει δεμένο.
Όσα μου δώσαν προσπαθώ να τα επιστρέψω πίσω,
στα δικά μου τα παιδιά πως να τα εξηγήσω;

Δεν είν' η γη ο κόσμος μου, δεν έχει αλυσίδες.
Δεμένος πάνω, δεν είμαι και αν έχω κάτι μάθει,
πως η καρδιά μου φτιάχτηκε μ ' ανθρώπους να γεμίζει.
Τα άλλα είναι περιττά, μονό όταν και εφ' όσον.

Όσο για πλούτη και λεφτά, καθόλου δεν μ' ορίζουν.
Είναι το μέσο, όχι ο σκοπός και τίποτα δεν τ' αγιάζει.

Έμαθα από μικρό παιδί τ' ωραίο να θαυμάζω,
άμα δεν έχεις τίποτα, όλα σου φαίνονται όμορφα ακόμα κι αν είναι ξένα.

Με χέρια, κόπο, δάκρυα μεγάλωσα σε ξένη γη κι ήμουνα πάντα ξένος.

Ποτέ μου δεν αγάπησα χωριό ή πόλη ή χώρα.
Μεγάλωσα σε ξένη γη κι ήμουνα πάντα ξένος.

Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

Ρανίδες

Πόσες ρανίδες άραγε να κρύβονται σ’ ένα μπουκάλι αίμα;
Ποιός θα τις πιει να μπολιαστεί απ' το δικό μου σώμα;

Να είναι μαύρος ή λευκός; Δικός ή κάποιος ξένος;
Φαύλος συλλογισμός αυτός, γιατί ότι έχεις παραπάνω,
δώστο σε κάποιον που πονά, σε κάποιον που υποφέρει.

Μπορεί να πει και φχαριστώ, μπορεί και όμως όχι.
Μπορεί να ξέρει πως εσύ του χάρισες το δώρο, μπορεί και όμως όχι.

Δεν έχει σημασία, θα νιώθεις μέσα σου καλά, χωρίς άλλη αιτία.
Κι όταν εσύ με τη σειρά θα γίνεις ο ζητιάνος,
θα θελες να 'τανε πολλοί οι δότες σαν και σένα.

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014

Τα φτερά

Με του μυαλού μου τα φτερά, είδα την Γη απο ψηλά. 
Την είδα μια, τη είδα δυό, την είδα άλλες δέκα.

Πήγα ψηλά και χαμηλά και πέρα και πιο πέρα, 
μέχρι του κόσμου τα όρια και ίσως παραπέρα. 

Είδα τ' ανθρώπου τα φριχτά τα έργα μα και τα πιο ωραία. 
Είδα τις λίμνες, τα βουνά και τα ντουμάνια πέρα.
Κοίταξα μες τις ψυχές που κρύβουν όλοι μέσα και βρήκα φθόνο,
την οργή, τον πόνο και το δάκρυ μα 'γω αγάπησα βαθιά την πλάση απ' άκρη σ' άκρη. 

Ας είναι και ο άνθρωπος τελίτσα σ' όλα τούτα. 
Της απονιάς τα χάδια του σταλίτσα σ' όλα τούτα. 

Όσο πολύ κι αν προσπαθεί τελίτσα θε να μείνει. 
Σε τέτοιο κόσμο άπειρο μια τρίχα του μη μείνει.