Πέμπτη 12 Ιουνίου 2014

Το παλάτι του πόνου

Το παλάτι τού πόνου, το τρανό και καθάριο,
Με τους άσπρους τους τοίχους και το πράσινο δάπεδο.

Το παλάτι του πόνου, τη ζωή σου ορίζει,
Απ' της γέννας την ώρα ως του φευγιού σου τον πόνο.

Σαν μπεις εκεί μέσα, όλο κάτι θ' αφήσεις,
Κάτι από σένα, που για πάντα θα χάσεις.

Στο παλάτι του πόνου, όλοι άνθρωποι, ίσοι,
Πα στου άλγους την ώρα, δυό φυλές πως χωρίζεις;
Ποιός να ζεί, ποιός πεθαίνει;
Να 'σαι συ ή ο άλλος πιο πέρα;

Στο παλάτι του πόνου χίλιοι-δυό υπηρέτες,
Οφικιάλοι με τ' άσπρα και γαλάζιοι λακέδες,
Όσα κι αν σου προσφέρουν, συ θα θέλεις να φύγεις,
Τέτοια αγάπη να λείπει, όπως να 'λειπε ο πόνος.

Υπαρξιακό

Αδερφέ στην ευτυχία,
Αδερφέ στην δυστυχία,
Αδέρφε μου, κόσμε όλε,
Σε κοιτώ μεσ' την πλατεία,
Σε κοιτώ μέσα στο δρόμο.

Σ' ένα σύμπαν παράλληλο,
Θα 'μουν εσύ, θα ' σουν εγώ

Αν σε κάθε διχαλάκι της ζωής
Διάλεγα άλλο μονοπάτι,
Τι θα ήμουν άραγε;
Αλήτης, ναύτης, πλούσιος;
Λες να ήμουν ποιητής;

Αν μοίρα λεν τον δρόμο,
Που ο καθείς έχει διαλέξει,
Πως να λέν' όλους τους άλλους,
Που τους γύρισε την πλάτη;

Κι ο χαραχτήρας που ο καθένας μας,
Λέν πως φέρνει μαζί του τι ρόλο παίζει σ' όλα αυτά;
Ή μήπως πλάθεται κι αυτός πληθάρι με πληθάρι,
Απά στου δρόμου τις στροφές, καντούνι με καντούνι

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014

Φίδια

Είναι στιγμές που όλα μοιάζουν μάταια,
Είναι στιγμές που σε τρομάζουν,
τα πρόστυχα τα δάκρυα τ' ανθρώπου που σε μαχαίρωσε πισώπλατα.
Κι όσα κι αν έχεις στην ζωή σου
εσύ δώσει, απλόχερα βοήθεια,
Να ξέρεις, μια φορά, θα το πληρώσεις
ω, αφελή και χαρωπέ μου ήρωα.

Λένε πως είν' τα φίδια τα πιο ύπουλα,
όμως αυτά, από το φόβο σε δαγκώνουν.
Ίσως οι άνθρωποι να είναι τελικά,
οι βρωμερότεροι της φύσης, για δεν χρειάζονται ποτέ καμιά δικαιολογία.

Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου,
για όσο μπορώ να βλέπω,
αν γίνω κάποτε κι εγώ ρεμάλι
σαν και δαύτους,
ράγισε, γίνε θρύψαλα και
χάσου απο μπροστά μου.
Δεν θα μ' αξίζει πια κανείς
να βλέπει την σκιά μου.

Ούτε κι εγώ ο ίδιος.

Τρίτη 6 Μαΐου 2014

Ο Αλήτης

Πλανόδιε αλήτη, που σεργιανάς στον κόσμο αυτό,
χωρίς πατρίδα, μήτε σπίτι, μήτε στοιχεία κι αριθμό.

Πως σε ζηλεύω, είναι αλήθεια, που δεν ταιριάζεις πουθενά,
δρόμους αλλάζεις, βλέπεις κοιλάδες, λίμνες και βουνά.

Με ότι έχεις και δεν έχεις σ' ένα δισάκι αγκαλιά,
πότε με πόδια, πότε επιβάτης, πότε μ' ένα ζώο συντροφιά.

Να βλέπεις άνοιξη τους κάμπους, πρασινεμένους, ζωντανούς,
να σου γεμίζει τα πνευμόνια η καρπερή τους ευωδιά.

Το καλοκαίρι, ξαπλωμένος σε μια απόμερη ακρογιαλιά,
να ερωτεύεσαι τα άστρα, σαν να 'τανε η πρώτη σου φορά.

Του φθινοπώρου σαν αρχίσουν, κείνες οι πρώτες οι βροχές,
να ανοίγεις τα χέρια στα ουράνια κι ευχαριστώντας τα, να κλαις.

Και το χειμώνα, με το χιόνι, να ψάχνεις τόπο να κρυφτείς,
να υπομένεις κι ας κρυώνεις, γιατί γνωρίζεις πια βαθιά,
πως κάθε τι σ' αυτόν τον κόσμο, έχει τον λόγο που υπάρχει
και την μοναδική του, την δική του ομορφιά.

Πόσο όμορφη είναι η πλάση, με την δική σου την ματιά,
δίχως φίλτρα, δίχως πλούτη, δίχως τον φθόνο στην καρδιά.
Είχες κάποτε διαβάσει, στον κόσμο αυτό, είναι η ποινή μας,
για το αμάρτημα του κόσμου που το πληρώνουμε αδρά.

Μα εσύ δεν βρίσκεις πια ψεγάδια, οπού κοιτάς η ομορφιά,
όποιον γνωρίσεις κάνεις φίλο, μ' ένα χαμόγελο απλά.
Απλά κι ωραία, αγαπημένα, όπως θα έπρεπε να ήταν,
πριν από χρόνια στην παιδική μας την καρδιά.

Μονάχα εσύ αληταράκο, ξέρεις να νοιώθεις την χαρά,
όλοι εμείς, για επιδείξεις και πανηγύρια μοναχά.
Μέσα στο ξέφωτο του δάσους, χορεύεις μόνος και για μας,
Προσευχή λες με τ' αγέρια, ένα τραγούδι σιγανά.

Μόνο και μόνο που υπάρχεις, νοιώθω ελπίδα στην καρδιά,
και λέω μπράβο στα κλεφτά, μπας και μ' ακούσουνε κι άλλοι,
και αρχίσουν βρίσιμο για σε. Δεν συγχωράνε βλέπεις όλοι,
να βγαίνεις έξω απ' το κουτί, θυμίζεις όλα που ΄χουν χάσει,
και ξεπουλήσει στην ζωή. Το μόνο που 'χει απομείνει,
είναι μια τρύπα ανοιχτή, 'κει που τα ζώα έχουν στόμα,
που από μέσα βγαίνει πια μονάχα η βρωμερή τους η ψυχή.

Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Χαρταετός

Ο χαρταετός για να πετάξει
δε φτάνει μόνο ένα αγέρι,
δε φτάνει να 'ναι όμορφος
και ισοζυγισμένος.
Θέλει και κάποιον πα' στην γη
να τον κρατάει στέρια.
Πότε ν' αφήνει το λουρί,
πότε να το τραβάει.
Να τον γυρίζει κόντρα,
να τον φουσκώνει ο άνεμος,
ν' ανέβει στα ουράνια.
Ο αιθερωβάμων αετός
κι η γη που τον τραβάει.

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

Το βουνό και το δέντρο

Μιά φορά κι έναν καιρό ήταν ένα βουνό. Όχι πολύ μεγάλο, μα ούτε και πολύ μικρό, να λίγο πιο μεγάλο από έναν λόφο. Γύρω από το βουνό απλωνόταν ένας απέραντος κάμπος, πράσινος απ' τους λογίς θάμνους, τα δέντρα και τα σπαρτά του. 

Το βουνό όμως, το βουνό ήταν έρημο, γκρίζο και θολό. Σαμπώς να έκλαιγε, καθώς μόνο νεράκι έτρεχε από μέσα του πάνω στις πέτρινες πλαγιές του.

Κάποτε το βουνό ήταν ομαλό, με χώμα καμωμένο, αλλά το σκλήρυναν οι άπονοι αγέρηδες και οι μανιασμένες καταιγίδες. Όσο χορτάρι και θαμνάκια είχε συντροφιά τα πήρανε μαζί τους. Και έμεινε μόνο, ένα γκρίζο βουνό μέσα σ' έναν πράσινο κάμπο. Να κοιτάζει από ψηλά των άλλων, την απλή, την ευτυχία. Κι όμως περίμενε, δεν ήξερε τι, αλλά περίμενε. Περίμενε κι υπόμεινε. 

Πέρασε ο καιρός κι ήρθε ένα βράδυ, βράδυ με φεγγάρι, μια γιορτινή νυχτιά. Φυσούσε τότε λυσσασμένα ένας τρελός βοριάς, αγέρας μεθυσμένος. Κρυμμένο μες τα θολά τα γένια του, γένια στροβιλισμένα, βρισκόταν ένα τόσο δα σποράκι. Ξέφυγε απ' του αγέρα την παγερή αγκάλη κι έπεφτε, έπεφτε, μέχρι που χτύπησε στα βράχια του βουνού κι έπειτα κύλησε και κύλησε και χάθηκε σε μια χαραμάδα ενός βράχου. Κι έμεινε εκεί, προστατευμένο μα λειψό, ζεστό μα διψασμένο. 

Πέρασαν μέρες και το σποράκι αφουγκραζόταν την καρδιά του βουνού. Ένιωσε την μοναξιά και την απελπισία κι όλη την αγάπη που είχε να δώσει. Πείσμωσε και ρίζωσε κι έσπασε τον βράχο. Το βουνό καθώς ένιωσε κι αυτό του σπόρου την αγάπη, νεράκι του δωσε να πιεί, να πιεί να δυναμώσει. Κι έγινε εκείνη η στιγμή, αγκάλη πεισμωμένη. 

Κόντρα στους δύσκολους καιρούς, στης φύσης τα τερτίπια, ερωτευτήκαν, το βουνό κι ένας μικρούλης σπόρος. Κι ο σπόρος έγινε δεντράκι στην αρχή, τόσο όσο ένα μπαστούνι κι ψήλωσε και ψήλωσε κι έγινε μεγάλο. Κι έφτασε πια ως την κορφή και άπλωσε τα φύλλα και τα κλωνιά του τα πλατιά, για να σκεπάσει το βουνό που αγάπησε με πάθος. Οι ρίζες του έφταναν βαθιά, ως την καρδιά του βουνού, και έπιναν απλόχερα, το νάμα της ψυχής του. Και το δέντρο φούντωσε κι έβγαλε παραπούλια και γέμισε όλο το βουνό, δεντράκια σαν και κείνο. 

Το γκρίζο έγινε καφέ απ' τους κορμούς και πράσινο απ' τα φύλλα και γέμισε λουλούδια. Όταν φυσάει άνεμος, το θρόισμα των φύλλων, ερωτικό τραγούδι γίνεται και ομορφαίνει η πλάση. Όταν ανοίγει ο ουρανός και βρέχει απ' άκρη ως άκρη, πασ' του βουνού τη ράχη, φιλί γίνεται, η βροχή κι αγκάλη τα ποτάμια, απάνω στου δέντρου την καρδιά, δώρο απ' το βουνό του. 

Ένα δέντρο κι ένα βουνό, ένα βουνό κι ένα δέντρο. Μαζί ένα και το ίδιο. Όταν κοιτάς από μακριά πως να τα ξεχωρίσεις; Λες να ένα πράσινο βουνό, ωραίο, μυροβλισμένο. Που να ξέρες πως για να γενεί θέλει το 'να το άλλο. Αν είναι χώρια τίποτα, θολούρα και μαυρίλα και μοναξιά απέραντη να πνίγει την σιωπή τους. 

Ήρθε όμως ο καιρός που η παγωνιά εσκέπασε τον τόπο. Τέτοιο μανδύα ολόλευκο, βαρύ και πετρωμένο δεν ξαναείδε η πλάση εκεί, στου κάμπου τα λημέρια. Και το βουνό επάγωσε, οι πέτρες του σκλήρυναν, τις ρίζες επληγώσανε και μάδησαν τα φύλλα. Κοιμήθηκε τότε το βουνό, να μην νοιώθει τον πόνο. Ύπνο κοιμήθηκε βαρύ, γιατί ως το ξέρουμε καλά, τα βουνά είναι αιώνια κι ένας χειμώνας που για μας μοιάζει πως δεν τελειώνει, ούτ' ένα δευτερόλεπτο στο μέτρο το δικό τους.
Το δέντρο πάλεψε πολύ, να αντέξει τόσο κρύο, μα όσο πάλευε αυτό, τόσο πολύ χωνόταν στο χιόνι και στον παγετό, σχεδόν ούτε φαινόταν.

Την τελευταία του στιγμή, μαζεύει το κουράγιο και βγάζει μια αχνή φωνή, το κύκνειο του άσμα. Φωνάζει το δέντρο στο βουνό: "Αγάπη μου καλή μου, Αν σφίξεις κι άλλο θα χαθώ, δεν έχω που να πάω. Είναι το σπίτι μου εδώ, δεν θέλω μα ούτε και μπορώ μακρυά σου για να φύγω". 

Το βουνό άκουσε την κραυγή του, και εσυλλογίστηκε κι αυτό τι πήγαινε να γίνει. Μπορεί το δέντρο να 'τανε μικρό, μπροστά στο μέγεθος του, μα το 'χε αγαπήσει. Αν είναι κάτι έρωτας, ήτανε μεταξύ τους. Θυμήθηκε της άνοιξης τις νύχτες, που άνθιζε το δεντράκι του και μύριζε ο τόπος. Του καλοκαιριού της μέρες, τα καμίνια, που η ομπρέλα του δέντρου του, του δρόσιζε τις πλάτες.

Κι αυτό, το βουνό, τι έκανε: Μες του χειμώνα τ' απανωτά τα χιόνια, την συννεφιά την σκοτεινή που έκρυβε τον ήλιο, ξέχασε την αγάπη του κι έβλεπε το δικό του. 

Και ψιθυρίζει κλαίγοντας: "Συγχώρα με, δεντράκι μου, αγάπη της ψυχής μου. Δέξου από τα σπλάχνα μου ζεστό νερό στην ρίζα, να αντέξεις αυτή την παγωνιά, ετούτο το χειμώνα. Η άνοιξη πια δεν αργεί να φτάσει στην καρδιά μας κι όρκο σου δίνω αληθινό, χειμώνας κι αν ξανάρθει μαζί σου πάντα θα με βρει, φύλακα και προστάτη".

Κι εγίνηκε το θαύμα, και το δεντράκι ρούφηξε σιγά σιγά με κόπο, νεράκι φρέσκο και ζεστό απ' του βουνού τα βάθη. Κύλησε μες τις φλέβες του και έλιωσε τον πάγο που το βαρούσε ως τα ψηλά κλωνάρια ως την ρίζα. Ζωντάνεψε και άντεξε, εκείνο τον χειμώνα, που σαν είπε το βουνό, εκύλησε κι έφυγε σαν άσπρο, λείο βέλος.

Κι αφού κατάλαβαν κι οι δυό, την πόση αγάπη έχουν, μαζί κοιμούνται και ξυπνούν, δύουν και ανατέλλουν. Λεπτάκι δεν αφήνουνε μόνο το ένα τ' άλλο και αιώνες πια περάσανε μαζί κι ακόμα αντέχουν.


Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

Κούφιοι

Σε είδα που ήρθες,
ίδιος εσύ σαν τόσους άλλους,
στρατιωτάκια του κουτιού.

Κούφιο κουστούμι,
τρύπιο μυαλό,
κελαηδούσες ρητορίες,
κι εξηγήσεις, ούτε μια.

Πάντα θέλεις από μένα,
και ζητάς και απαιτείς.
Κι όταν πια θα σου ζητήσω,
κομματάκι, ένα ψωμί,
την κλωτσιά σου θα μου δώσεις
και θα βρίσεις και θα βγεις.

Μία μάσκα, πάραδίπλα άλλη μιά,
κι άλλη, κι άλλη, είσαστε ήδη πια πολλές.

Ζείτε μόνο για το τσίρκο,
το δικό σας μικρό σπορ.
Μια ο ένας, μια ο άλλος,
κελαηδάτε με σειρά.

Χειροκροτιέστε μεταξύ σας,
χαιδεύεστε κρυφά,
κουστουμάκια μου καημένα,
δεν θα γίνω σαν και σας.

Βγαίνω απ' την πόρτα και σας φτύνω,
περπατάω και σφυρώ,
βλέπω κατάματα τον Ήλιο,
κι αρχινώ και τραγουδώ.