Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

Ο Αλήτης

Πλανόδιε αλήτη, που σεργιανάς στον κόσμο αυτό,
χωρίς πατρίδα, μήτε σπίτι, μήτε στοιχεία κι αριθμό.

Πως σε ζηλεύω, είναι αλήθεια, που δεν ταιριάζεις πουθενά,
δρόμους αλλάζεις, βλέπεις κοιλάδες, λίμνες και βουνά.

Με ότι έχεις και δεν έχεις σ' ένα δισάκι αγκαλιά,
πότε με πόδια, πότε επιβάτης, πότε μ' ένα ζώο συντροφιά.

Να βλέπεις άνοιξη τους κάμπους, πρασινεμένους, ζωντανούς,
να σου γεμίζει τα πνευμόνια η καρπερή τους ευωδιά.

Το καλοκαίρι, ξαπλωμένος σε μια απόμερη ακρογιαλιά,
να ερωτεύεσαι τα άστρα, σαν να 'τανε η πρώτη σου φορά.

Του φθινοπώρου σαν αρχίσουν, κείνες οι πρώτες οι βροχές,
να ανοίγεις τα χέρια στα ουράνια κι ευχαριστώντας τα, να κλαις.

Και το χειμώνα, με το χιόνι, να ψάχνεις τόπο να κρυφτείς,
να υπομένεις κι ας κρυώνεις, γιατί γνωρίζεις πια βαθιά,
πως κάθε τι σ' αυτόν τον κόσμο, έχει τον λόγο που υπάρχει
και την μοναδική του, την δική του ομορφιά.

Πόσο όμορφη είναι η πλάση, με την δική σου την ματιά,
δίχως φίλτρα, δίχως πλούτη, δίχως τον φθόνο στην καρδιά.
Είχες κάποτε διαβάσει, στον κόσμο αυτό, είναι η ποινή μας,
για το αμάρτημα του κόσμου που το πληρώνουμε αδρά.

Μα εσύ δεν βρίσκεις πια ψεγάδια, οπού κοιτάς η ομορφιά,
όποιον γνωρίσεις κάνεις φίλο, μ' ένα χαμόγελο απλά.
Απλά κι ωραία, αγαπημένα, όπως θα έπρεπε να ήταν,
πριν από χρόνια στην παιδική μας την καρδιά.

Μονάχα εσύ αληταράκο, ξέρεις να νοιώθεις την χαρά,
όλοι εμείς, για επιδείξεις και πανηγύρια μοναχά.
Μέσα στο ξέφωτο του δάσους, χορεύεις μόνος και για μας,
Προσευχή λες με τ' αγέρια, ένα τραγούδι σιγανά.

Μόνο και μόνο που υπάρχεις, νοιώθω ελπίδα στην καρδιά,
και λέω μπράβο στα κλεφτά, μπας και μ' ακούσουνε κι άλλοι,
και αρχίσουν βρίσιμο για σε. Δεν συγχωράνε βλέπεις όλοι,
να βγαίνεις έξω απ' το κουτί, θυμίζεις όλα που ΄χουν χάσει,
και ξεπουλήσει στην ζωή. Το μόνο που 'χει απομείνει,
είναι μια τρύπα ανοιχτή, 'κει που τα ζώα έχουν στόμα,
που από μέσα βγαίνει πια μονάχα η βρωμερή τους η ψυχή.