Πέμπτη 12 Ιουνίου 2014

Highly functioning sociopath

Do you know what it's like,
To be clear of emotions?
Of the numbness of pain that almost always eludes you?

You can feel what you want to or what others expect you.
There's no time in your pattern, there's only perspective.

You can choose your own angles, a director of feelings,
You can be the main hero or just a face in the background.

You get angry with people for not seeing things your way,
But you're only forgetting they have only the one way.

What possessed you I don't know, to become what you are now,
For living and giving is for you but a choice.
It's a choice to wake up, to have friends and to love them.
It's a choice to love people, to appreciate their kindness.

It's a blessing to know all bad feelings are ether,
here a moment, in another they vanish.

It's a choice to keep all the good things and forget all the others.

It's amazing to know that in any point, in any day,
you are ready to die, no regrets, no delusions,
All that it is, is all there is to.

It is almost like magic when whatever that troubles you,
Can go away with a simple enough uttering: "Ah, fuck it"
And things can then go all the way back to normal.

It's your choice, it's your world,
You can bring it to your measure,
There's no fear, no regrets in your mirrors.

Rise and shine you ingenious idiot,
Go ahead and create,
Mold the world to your image,
Let him not do it to yours though.

Του χαμού

Να μπορούσες πριν φύγεις,
Να βρεθείς σ' ένα ξέφωτο μέσα,
Να ξαπλώσεις στην χλόη,
Ν 'ανοίξεις τα χέρια,
Να κοιτάξεις τον ήλιο και να πεις:
"Έλα, έλα φίλε να πάμε, για το αιώνιο ταξίδι"
Να γινόσουν ξανά απ' των άστρων τα μέρη, τα εξ' ων συνετέθεις,
Ύλη απ' την ύλη, φως απ' το φως τους.
Κι έτσι απλά να τελειώνεις, κάτι άλλο ν' αρχίσει.

Το παλάτι του πόνου

Το παλάτι τού πόνου, το τρανό και καθάριο,
Με τους άσπρους τους τοίχους και το πράσινο δάπεδο.

Το παλάτι του πόνου, τη ζωή σου ορίζει,
Απ' της γέννας την ώρα ως του φευγιού σου τον πόνο.

Σαν μπεις εκεί μέσα, όλο κάτι θ' αφήσεις,
Κάτι από σένα, που για πάντα θα χάσεις.

Στο παλάτι του πόνου, όλοι άνθρωποι, ίσοι,
Πα στου άλγους την ώρα, δυό φυλές πως χωρίζεις;
Ποιός να ζεί, ποιός πεθαίνει;
Να 'σαι συ ή ο άλλος πιο πέρα;

Στο παλάτι του πόνου χίλιοι-δυό υπηρέτες,
Οφικιάλοι με τ' άσπρα και γαλάζιοι λακέδες,
Όσα κι αν σου προσφέρουν, συ θα θέλεις να φύγεις,
Τέτοια αγάπη να λείπει, όπως να 'λειπε ο πόνος.

Υπαρξιακό

Αδερφέ στην ευτυχία,
Αδερφέ στην δυστυχία,
Αδέρφε μου, κόσμε όλε,
Σε κοιτώ μεσ' την πλατεία,
Σε κοιτώ μέσα στο δρόμο.

Σ' ένα σύμπαν παράλληλο,
Θα 'μουν εσύ, θα ' σουν εγώ

Αν σε κάθε διχαλάκι της ζωής
Διάλεγα άλλο μονοπάτι,
Τι θα ήμουν άραγε;
Αλήτης, ναύτης, πλούσιος;
Λες να ήμουν ποιητής;

Αν μοίρα λεν τον δρόμο,
Που ο καθείς έχει διαλέξει,
Πως να λέν' όλους τους άλλους,
Που τους γύρισε την πλάτη;

Κι ο χαραχτήρας που ο καθένας μας,
Λέν πως φέρνει μαζί του τι ρόλο παίζει σ' όλα αυτά;
Ή μήπως πλάθεται κι αυτός πληθάρι με πληθάρι,
Απά στου δρόμου τις στροφές, καντούνι με καντούνι

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014

Φίδια

Είναι στιγμές που όλα μοιάζουν μάταια,
Είναι στιγμές που σε τρομάζουν,
τα πρόστυχα τα δάκρυα τ' ανθρώπου που σε μαχαίρωσε πισώπλατα.
Κι όσα κι αν έχεις στην ζωή σου
εσύ δώσει, απλόχερα βοήθεια,
Να ξέρεις, μια φορά, θα το πληρώσεις
ω, αφελή και χαρωπέ μου ήρωα.

Λένε πως είν' τα φίδια τα πιο ύπουλα,
όμως αυτά, από το φόβο σε δαγκώνουν.
Ίσως οι άνθρωποι να είναι τελικά,
οι βρωμερότεροι της φύσης, για δεν χρειάζονται ποτέ καμιά δικαιολογία.

Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου,
για όσο μπορώ να βλέπω,
αν γίνω κάποτε κι εγώ ρεμάλι
σαν και δαύτους,
ράγισε, γίνε θρύψαλα και
χάσου απο μπροστά μου.
Δεν θα μ' αξίζει πια κανείς
να βλέπει την σκιά μου.

Ούτε κι εγώ ο ίδιος.

Τρίτη 6 Μαΐου 2014

Ο Αλήτης

Πλανόδιε αλήτη, που σεργιανάς στον κόσμο αυτό,
χωρίς πατρίδα, μήτε σπίτι, μήτε στοιχεία κι αριθμό.

Πως σε ζηλεύω, είναι αλήθεια, που δεν ταιριάζεις πουθενά,
δρόμους αλλάζεις, βλέπεις κοιλάδες, λίμνες και βουνά.

Με ότι έχεις και δεν έχεις σ' ένα δισάκι αγκαλιά,
πότε με πόδια, πότε επιβάτης, πότε μ' ένα ζώο συντροφιά.

Να βλέπεις άνοιξη τους κάμπους, πρασινεμένους, ζωντανούς,
να σου γεμίζει τα πνευμόνια η καρπερή τους ευωδιά.

Το καλοκαίρι, ξαπλωμένος σε μια απόμερη ακρογιαλιά,
να ερωτεύεσαι τα άστρα, σαν να 'τανε η πρώτη σου φορά.

Του φθινοπώρου σαν αρχίσουν, κείνες οι πρώτες οι βροχές,
να ανοίγεις τα χέρια στα ουράνια κι ευχαριστώντας τα, να κλαις.

Και το χειμώνα, με το χιόνι, να ψάχνεις τόπο να κρυφτείς,
να υπομένεις κι ας κρυώνεις, γιατί γνωρίζεις πια βαθιά,
πως κάθε τι σ' αυτόν τον κόσμο, έχει τον λόγο που υπάρχει
και την μοναδική του, την δική του ομορφιά.

Πόσο όμορφη είναι η πλάση, με την δική σου την ματιά,
δίχως φίλτρα, δίχως πλούτη, δίχως τον φθόνο στην καρδιά.
Είχες κάποτε διαβάσει, στον κόσμο αυτό, είναι η ποινή μας,
για το αμάρτημα του κόσμου που το πληρώνουμε αδρά.

Μα εσύ δεν βρίσκεις πια ψεγάδια, οπού κοιτάς η ομορφιά,
όποιον γνωρίσεις κάνεις φίλο, μ' ένα χαμόγελο απλά.
Απλά κι ωραία, αγαπημένα, όπως θα έπρεπε να ήταν,
πριν από χρόνια στην παιδική μας την καρδιά.

Μονάχα εσύ αληταράκο, ξέρεις να νοιώθεις την χαρά,
όλοι εμείς, για επιδείξεις και πανηγύρια μοναχά.
Μέσα στο ξέφωτο του δάσους, χορεύεις μόνος και για μας,
Προσευχή λες με τ' αγέρια, ένα τραγούδι σιγανά.

Μόνο και μόνο που υπάρχεις, νοιώθω ελπίδα στην καρδιά,
και λέω μπράβο στα κλεφτά, μπας και μ' ακούσουνε κι άλλοι,
και αρχίσουν βρίσιμο για σε. Δεν συγχωράνε βλέπεις όλοι,
να βγαίνεις έξω απ' το κουτί, θυμίζεις όλα που ΄χουν χάσει,
και ξεπουλήσει στην ζωή. Το μόνο που 'χει απομείνει,
είναι μια τρύπα ανοιχτή, 'κει που τα ζώα έχουν στόμα,
που από μέσα βγαίνει πια μονάχα η βρωμερή τους η ψυχή.

Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Χαρταετός

Ο χαρταετός για να πετάξει
δε φτάνει μόνο ένα αγέρι,
δε φτάνει να 'ναι όμορφος
και ισοζυγισμένος.
Θέλει και κάποιον πα' στην γη
να τον κρατάει στέρια.
Πότε ν' αφήνει το λουρί,
πότε να το τραβάει.
Να τον γυρίζει κόντρα,
να τον φουσκώνει ο άνεμος,
ν' ανέβει στα ουράνια.
Ο αιθερωβάμων αετός
κι η γη που τον τραβάει.