Πέμπτη 17 Αυγούστου 2023

Πορεία Δυτικά

Τελευταία μέρα του Ιούλη, ώρα δεύτερη πρωινή, φορτώνουμε τα πράγματα στο πλοίο. Έναν σάκο ο καθένας, τελευταίες προμήθειες και εξαρτήματα. Βγάζουμε παπούτσια απ’ τη στεριά να μην πληγώσουμε το ντεκ, παρκάρουμε τα προσωπικά μας στην κουκέτα, λύνουμε σκοινιά, σηκώνουμε τα μπαλόνια και τραβάμε άγκυρα. Ο καπετάνιος έχει ξεκινήσει τη μηχανή και μας βγάζει με μαεστρία απ’ τη μαρίνα. Η πόλη ήσυχη κοιμάται μες το ολόφωτο σκέπασμα της. Για λίγες ώρες στην πορεία, την κοιτούμε και μας βλέπουν, πιθανόν, κάποιοι ακοίμητοι στεριανοί. Νωχελικά καπνίζοντας σε σκοτεινά μπαλκόνια, ονειρευόμενοι κι αυτοί, ίσως, κάποιο ταξίδι.

Μας βρίσκει η ανατολή μόλις περάσουμε πλάι στο Κάβο Γάτα, πάμε αργά με μηχανή, κρατώντας την στεριά δεξιά μας. Σαν να αιωρούμαστε πάνω στα ήρεμα νερά με τ’ όμορφο σκαρί μας. Πλησιάζοντας στην Πάφο, ανοίγουμε προς την θάλασσα. Έχει ύπουλα νερά, γεμάτα με λογής λογής τις ξέρες και υφάλους. Βλέπουμε από μακριά το κάστρο και το λιμάνι, ποιος ξέρει; Ίσως κάποιος εκεί μας χαιρετά. “Στο καλό καραβάκι, με πρίμα καιρό!”

Τραβάμε παράλληλα με την ακτή, ίσαμε τον Άγιο Γεώργιο της Πέγειας και μετά ανοιγόμαστε στο πέλαγος. Μέχρι που πια, είμαστε μόνοι εκεί μέσα στο απέραντο γαλάζιο. Η θάλασσα μας αγαπάει ακόμα, λάδι το κύμα και ο αέρας φιλικός. Αμολάμε το καλάμι μας να περάσει η ώρα και ώσπου να το καταλάβουμε, έχουμε πιάσει τέσσερεις τόνους χωρίς πολλά πολλά. 

Το βράδυ κατεβαίνει αργά και μας σκεπάζει, εκεί στην όμορφη και ήσυχη Θάλασσα του Λεβάντε και κρατάει κρυμμένο στον κόρφο του ένα μυστικό για να μας αποκαλύψει. Σα φύγει και το τελευταίο πορφυρό του ηλιοβασιλέματος και απλωθεί σκοτάδι παντού, κοιτάς ψηλά και απαντάς τον υπέροχο και λαμπερό μας Γαλαξία. Βλέπεις αστερισμούς, πλανήτες και κυρίως εκείνον τον δρόμο της διαστρικής σκόνης, σαν γάλα να ξεχύνεται ανάμεσα τους. Δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που είδα τον Γαλαξία, στην χώρα μου ίσως τότε που ήμουνα παιδί, τον έκρυψε πια η φωτορύπανση του λαμπερού πολιτισμού μας. Ίσως πριν καμιά δεκαετία στα ψηλά οροπέδια του Μεξικού, χαμένος σ’ ένα ράντζο, παλιά ιστορία που ίσως κάποτε την πω. Μα τώρα είναι εδώ και μας μαγεύει, ολόδικος μας, μια θάλασσα ολάκερη και μόνο το δικό μας φαναράκι αναβοσβήνει ίσα τουλάχιστον με ‘κει που φτάνει το μάτι μας, ως τον ορίζοντα. Εκείνη η μαγική, θολή γραμμή των οριζόντων που τόσο αγάπησε ο δικός μου αγαπημένος, ο Νίκος Καββαδίας. Σαράντα-πέντε ολόκληρα χρόνια έκανα για να διασχίσω τούτο το ιδανικό μέρος το πάντα μετακινούμενο και πάντοτε άπιαστο. Σαράντα-εφτά χρόνια από τότε που ο ίδιος ο Καββαδίας σταμάτησε να είναι ναυτικός και ονειροπόλος. Που είχε μια κηδεία, σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες. Απόμεινα ώρες να κοιτώ το μαγικό υπερθέαμα και να θυμάμαι όσα ποιήματα του Μαραμπού μπορούσα. Κάπως αποκοιμήθηκα στις σκέψεις μου και ξύπνησα νωρίς νωρίς, ίσα που φτάσαμε δέκα μίλια μακριά απ’ το Καστελόριζο. 

Πως βρίσκεται τούτο το νησί, νησάκι δηλαδή, λες κι είναι μες το στόμα του Λύκου; Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Κοιτάς πίσω, δεξιά, αριστερά: Τουρκία. Κοιτάς μπροστά: Ελλάδα. Όμορφα πολύχρωμα σπιτάκια, γραμμή τα εστιατόρια, Ελληνικές σημαίες παντού και από πάνω ορθώνεται τεράστιος ο βράχος του νησιού. Βουτάμε για λίγο στα καταγάλανα νερά, να διώξουμε την κούραση του ταξιδιού και τον ιδρώτα και πάμε για να δέσουμε κάτω στο λιμάνι. Γεμάτο το λιμάνι ιστιοφόρα και ψαρόβαρκες και μια μεγάλη βαρετή θαλάσσια χελώνα τα γυροφέρνει όλα, μήπως ξεκλέψει λίγο φαΐ από κανένα πλήρωμα που, σαν χάνος, στέκει και την κοιτάει. 

Ρίξαμε λοιπόν την άγκυρα, δέσαμε φάτσα κάρτα στον κάβο όξω από μια ψαροταβέρνα. Δεν είναι θέμα τύχης, έτσι είναι όλα εκεί, γεμάτο με ταβέρνες και καράβια. Πηδάς απ’ το καράβι, κάθεσαι στο τραπέζι και παραγγέλνεις το φαΐ και το πιοτό σου. Μια χούφτα δρόμοι όλη η πόλη και τους περπατήσαμε ίσως όλους. Ανεβήκαμε στο φρούριο και είδαμε μέχρι την Τουρκιά, τις κορυφές της ανατολής, της λαγγεμένης ανατολής, της χιλιοτραγουδισμένης ανατολής να δεσπόζουνε στο βάθος. Όμορφος τόπος, μικρός ίσαμε μια γειτονιά, μα φιλικός, ακριβώς σαν μια γειτονιά. Κάτσαμε ένα βράδυ και το άλλο πρωί με την αυγή και φρέσκες αχνιστές τυρόπιτες απ’ τον φούρνο, σηκώσαμε πανιά για το επόμενο λιμάνι.

Περάσαμε ανάμεσα στα Ελληνοτουρκικά στενά, με πορεία Βορειοδυτικά, στοχεύοντας το βορειότερο άκρο της Ρόδου. Μεγάλο νησί η Ρόδος, μοιάζει με το δικό μας. Ξενοδοχεία, πλοία, κίνηση. Μα δεν το πλησιάσαμε αρκετά, δεν ήταν ο σκοπός μας. Πηγαίναμε βορειότερα στην Σύμη. Μιας που είχαμε ψαρέψει τόσα ψάρια, κι είχαμε και δρόμο ως το νησί, ανάψαμε τον φούρνο και ετοιμάσαμε τους τόνους, μπας και χορτάσουμε τον κάματο του ναύτη. Αργά το απόγευμα φτάσαμε στο λιμάνι. Κι αυτό, όπως το Καστελόριζο, σαν αμφιθέατρο που κοιτάει την θάλασσα. Σκαρφαλωμένα τα παλιά νεοκλασικά αρχοντικά στον βράχο. Κοιτώντας την αιτία της ύπαρξης τους και του πλούτου τους, το υπέροχο γαλάζιο του Αιγαίου. Κάναμε μια γύρα του λιμανιού να χορτάσει το μάτι μας την κοσμοσυρροή και τα χρώματα και μετά κινήσαμε για κάπου πιο ήρεμα, το μικρό λιμανάκι στο Πεδί. Δυο ταβέρνες όλες κι όλες, ας πούμε πως ρίξαμε κέρμα και διαλέξαμε την μια. Με τη θάλασσα να μας μουρμουράει δίπλα στ’ αυτί, να απολαμβάνουμε τους καρπούς της με λίγο ούζο και καλή παρέα. Δεν είναι καρτ ποστάλ, δεν είναι διαφήμιση, είναι η πραγματική Ελλάδα σε μια μικρή ακρογιαλιά με λιγοστά τραπέζια. Σαν ήπιαμε, γελάσαμε και κουραστήκαμε πάλι, τραβήξαμε για το σκάφος μας. Αποφάσισα εκείνη την στιγμή πως θα κοιμάμαι πια στο κατάστρωμα. Από τη μια ο σύντροφος στην κουκέτα κι εγώ δίναμε ρεσιτάλ ροχαλητού. Όποιος κοιμόταν δεύτερος θα υπέφερε και αποφάσισα πως είναι μια λύση. Από την άλλη, κοιμάσαι κάτω από τον έναστρο ουρανό και σε ξυπνάει απαλά η ανατολή και των κυμάτων το απαλό, το μουσικό, το χάδι.

Καινούρια μέρα και βάζουμε πορεία νότια, να κάνουμε περίπλου του νησιού. Έτσι θα καταλήξουμε στην Μονή του Πανορμίτη, που το ‘χει τάμα ο καπετάνιος, όποτε περνά, να προσκυνά. Μπαίνουμε σε κλειστά κολπάκια, αυτά που απ’ τη στεριά δεν υπάρχει τρόπος να πας, εκτός αν κατέβεις με σκοινί ή αλεξίπτωτο. Βουτάμε ειρηνικά να βαφτιστούμε και σε τούτα τα νερά και τραβάμε μετά για την πορεία. Στο μέγα μοναστήρι αράζουμε, πηδάμε στον μόλο και προσκυνάμε. Να μας προσέχει ο Αρχάγγελος και έχουμε ακόμα δρόμο. Ίσαμε που τέλειωσε η λειτουργία, ο κόσμος βγαίνει και το αρτοποιείο της μονής έχει ξεφουρνίσει τα πιο όμορφα αχνιστά ζυμωτά. Αρπάζουμε λίγα διαλεχτά για το ταξίδι και βάζουμε πλώρη όλο δυτικά, να διασχίσουμε το Αιγαίο οριζόντια ως που να βρούμε άλλο νησί στον δρόμο μας. 

Μαγικό το Αιγαίο από ΄δω και μπρος. Δεν υπάρχει μέρος που να μη βλέπεις γύρω σου νησιά. Είσαι στην θάλασσα μα νιώθεις περικυκλωμένος. Τήλος, Κως, Νίσυρος, Χάλκη. Τα βλέπεις όλα με γυμνό μάτι. Μας φέρνει η πορεία νότια της Νισύρου, το ηφαίστειο που έγινε νησί, υψώνεται λες και έχει απλωθεί η λάβα στο Αιγαίο, μέσα απ’ την προαιώνια κατσαρόλα που μαγείρεψε τον κόσμο. Περνάμε κολλητά δίπλα στο νησί, ακολουθώντας την ακτογραμμή. Μα μόλις την περάσαμε, να σου που πιάνει τραμουντάνα, σηκώνει μέχρι εφτά μποφόρ και μας κολλάει στα απανωτά κύματα που χτυπάνε την πλώρη. Για τις επόμενες πέντε τόσες ώρες ξεχάσαμε τι είναι πείνα, το φαΐ στον φούρνο και τι είναι ησυχία. Ώρες που σκάζανε τα κύματα πάνω μας, ώρες που οι δυο μας καπετάνιοι βαστούσαν με μαεστρία το τιμόνι και ας έμεινε το κεντρικό πανί μαγκωμένο και κλειστό. Στο τέλος φτάσαμε καλά και κρυφτήκαμε επιτέλους απ’ τον ανελέητο καιρό πίσω απ’ την Αστυπάλαια και ρίξαμε άγκυρα μέσα στο λιμάνι της Χώρας. Φτιάξαμε το κατάρτι και αφού ξαποστάσαμε για λίγο ανεβήκαμε στα στέκια του λιμανιού. Όμορφο νησί κι η Αστυπάλαια. Το τελευταίο των Δωδεκανήσων, κατά που διασχίζεις δυτικά το Αιγαίο. Φωτισμένη ολόκληρη η πόλη, που κατεβαίνει τους γύρω λόφους μέχρι το λιμάνι. Και «έξυπνη» κιόλας, με φορτιστές για ηλεκτρικά αυτοκίνητα και ηλεκτρικά ταξί. Χέρσα η γη, σχεδόν σε όλα τούτα τα νησιά μα η ομορφιά τους είναι τα όμορφα λευκά σπιτάκια που καβαλούν τους λόφους και κοιτάνε τη θάλασσα. Αιγαίο είναι η θάλασσα κι ο πόθος του νησιώτη να τη βλέπει και να τη δαμάζει. Και απ’ την άλλη ο πόνος του νησιώτη γι’ αυτούς που έφαγε η θάλασσα. Ίσως γι’ αυτό να ‘ναι και οι τόσες εκκλησίες και παρεκκλήσια σπαρμένα σε κάθε όρμο, κάβο και κορφή. Ένα καντήλι να χουν ν’ ανάψουν για όλους αυτούς που περιμένουν ακόμα να γυρίσουν. Τάματα χαμένα στον χρόνο. 

Με το χάραμα σηκώνουμε άγκυρα και ξεκινάμε πάλι. Πορεία Δυτικά προς Βορειοδυτικά, κατά τις Κυκλάδες. Ο καιρός δε λέει να φτιάξει, ακόμα μας χτυπούν τα κύματα. Τα φετινά μελτέμια ήρθαν για να μείνουν. Ας είναι, θα το περάσουμε κι αυτό. Στον βορρά μας χαιρετάει η Αμοργός, στο νότο η Ανάφη και η Θήρα, όπου και να ‘σαι ξεπετάγεται και η Ίος απέναντί μας. Στρίβουμε, και στο βάθος μας καλεί η Νάξος μα εμάς σταθμός μας είναι οι μικρές Κυκλάδες, Σχοινούσα και Ηρακλειά. Προσπερνάμε την πρώτη καθώς κάθε της κόλπος ήταν γεμάτος με κότερα τεράστια, μεγάλα, μικρά και καταλήγουμε στη δεύτερη. Δένουμε στο λιμάνι τ’ Άη Γιώργη, δίπλα απ’ εκεί που δένει και το πλοίο της γραμμής και αμολιόμαστε στο χωριό. Όλο το νησί εκατό πενήντα μόνιμοι κάτοικοι, τρία χωριά και ένα λιμανάκι. Ανεβαίνουμε στον λόφο του οικισμού πάνω στην ώρα που φτάνει το πλοίο της γραμμής και ακούγεται η μπουρού του. Ίσα που προλάβαμε ακόμα ένα ηλιοβασίλεμα να ζωγραφίζει τα λευκά σπιτάκια του Αιγαίου. Όσο πιο πολύ ανεβαίνεις τις Κυκλάδες, γίνονται πιο μπλε οι πόρτες και τα παράθυρα, μπλε νησάκια στην άσπρη θάλασσα των σπιτιών τους. 

Την άλλη αυγή, ξεκούραστοι, χορτάτοι, ανοίγουμε πανιά και φεύγουμε. Όλο δυτικά. Νάξος, Πάρος και Αντίπαρος φεύγουν αργά αργά στα δεξιά μας, Ίος, Σίκινος, Φολέγανδρος από τ’ αριστερά.

Καθώς ξεγλιστρήσαμε απ’ τη σκιά της Αντιπάρου, φουσκώνει τη θάλασσα ο άτιμος βοριάς! Πάλι χτυπάει αλύπητα το κύμα κι ο αγέρας, τα όργανα δείχνουν έξι και εφτά, ακόμα και ριπές των οχτώ μποφόρ. Ο καπετάνιος ίσιος, σταθερός, φοράει τη νιτσεράδα και βαστά στέρεα το τιμόνι. Κάνει ελιγμούς αποφυγής, ζιγκ ζαγκ ανάμεσα στις ασταμάτητες ορδές των κυμάτων. Στην ώρα αλλάζει με τον δεύτερο, εξίσου μαέστρο καπετάνιο. Εμείς; Εμείς κοινοί θνητοί ή μάλλον στεριανοί, κρυβόμαστε πίσω από γωνιές, παγώνοντας στης θάλασσας το σπρέι. Το βάσανο ευτυχώς μικρό. Μέχρι το μεσημέρι φτάνουμε στον Πλατύ Γιαλό της Σίφνου. Λιμάνι ανάποδο, κοιτάει τον Νοτιά και έρχεται απ’ το βουνό αγέρας κατεβάτης. Τόσο που μοιάζει το νερό μέσα στο λιμάνι σαν λάδι που τηγανίζεις ψάρια. Χοροπηδάει ασταμάτητα. Περνάει ήρεμα κι εδώ η ώρα μας. Μια γύρα στο λιμάνι, καλό φαΐ, καλαμπούρια, ποτό και πίσω στο καράβι για ύπνο κάτω από τ’ αστέρια.

Εμπρός για το επόμενο, λέμε να είναι η Κύθνος. Ξεκινάμε λοιπόν, ο καιρός δεν λέει να στρώσει, τα ίδια και χειρότερα με τις προηγούμενες μέρες. Αλλάζει κι η πορεία, κάνουμε περίπλου νότια της Σίφνου και ανεβαίνουμε βόρεια-βορειοδυτικά. Θα βάλουμε τη Σέριφο δεξιά μας και θα προσπαθήσουμε να διασχίσουμε το στενό μεταξύ Σερίφου και Κύθνου έχοντας τον αέρα απέναντι μας. Έλα όμως που ο καιρός δεν είχε την ίδια άποψη και στο λεγάμενο στενό, μας έδωσε όσα δεν μας έδωσε μαζί όλες τις μέρες. Γυρίσαμε τότε νικημένοι το τιμόνι, βάλαμε πλώρη Σέριφο και κρυφτήκαμε στον όρμο του Μεγάλου Λιβαδιού. Ρίξαμε άγκυρα στ’ ανοιχτά και περιμέναμε ως το απόγευμα να δούμε αν θα κάτσει ο καιρός. Αφού σκοτώναμε την ώρα μας, βουτήξαμε στην θάλασσα να βγούμε στην παραλία, να νιώσουμε πάλι λίγο στεριά κάτω απ’ τα πόδια μας. Ξανά μετά για να εξερευνήσουμε τα μεταλλεία του νησιού που έχουν μείνει ερειπωμένα, δεκαετίες τώρα. Ράγες, βαγόνια και η σκάλα, απ’ όπου φορτώναν τα βαπόρια. Σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Και ένα μνημείο, πως εδώ το 1916 δολοφονήθηκαν εργάτες ζητώντας το οχτάωρο. Πως “δεν” αλλάζει ο κόσμος τελικά…

Νωρίς τ’ απόγευμα, δαγκώσαμε τα χείλη, ετοιμαστήκαμε και ανοιχτήκαμε ξανά στη θάλασσα. Έπρεπε να φτάσουμε στην Κύθνο μέχρι απόψε. Οι καπετάνιοι-μαέστροι φυσικά τα κατάφεραν, αντέξαμε και ‘μεις και μέχρι το ηλιοβασίλεμα μπαίναμε στο λιμάνι της Κύθνου. Τελευταίο λιμάνι της διαδρομής για το πλήρωμα, εξόν του πρώτου καπετάνιου. Αποστολή εξετελέσθη, όλοι σώοι κι αβλαβείς. 

Κι αφού λοιπόν δε μας πίεζε πια ο χρόνος, αποφασίσαμε την άλλη μέρα να γυρίσουμε όσο απ’ το νησί μπορούσαμε. Πήραμε ένα ενοικιασμένο αμάξι και πήγαμε μέχρι τα Λουτρά, να δούμε τα ιαματικά νερά, να τσουρουφλιστούμε λίγο και μετά να σβήσουμε, δίπλα στη θάλασσα. Να περάσουμε απ’ τα χαλάσματα των ανεμόμυλων που κάποτε ήταν γεμάτο το νησί, το γραφικό χωριό της Δρυοπίδας και την Χώρα της Κύθνου με τα στενά σοκάκια και τις υπέροχες ταβέρνες. Και σαν από σημάδι, την τελευταία τούτη μέρα, ένα σπουργιτάκι ήρθε στο κατάστρωμα και μας έκανε παρέα. Δεν μας φοβήθηκε, μόνο πετούσε από ώμο σε ώμο και περπατούσε πάνω στο κατάστρωμα. Σαν κατευόδιο στους ναύτες που θα ξαναγίνουν στεριανοί.

Και τότε, καθώς όλα τα ταξίδια τελειώνουν, αλλιώς δεν είναι ταξίδια, έτσι και το δικό μας. Αποχαιρετίσαμε τον καπετάνιο το επόμενο πρωί και ανεβήκαμε στο πλοίο της γραμμής. Πια δεν ήμασταν ναυτικοί μα μόνο επιβάτες. Κύθνος-Κέα-Λαύριο στο πάνω το κατάστρωμα, κουνώντας, φεύγοντας, μαντίλι στον καπετάνιο μας. Τρέχοντας να μπεις σ’ ένα ταξί, τρέχοντας στ’ αεροδρόμιο και εκατό λεπτά αργότερα είσαι πίσω από κει που ξεκίνησες πριν δέκα τόσες μέρες. Μια αλλιώτικη μορφή ταξιδιού, αρχέγονη, ράθυμη. Το ταξίδι δεν είναι ο προορισμός εδώ, το ταξίδι είναι από μόνο του προορισμός. Δεν είναι ΕΚΕΙ που θα πας είναι το ΠΑΣ μόνο του. 

Ίσως τελικά να έχουν δίκιο τούτοι οι αγαπημένοι ποιητές, ο Καββαδίας και ο Καβάφης…


Αφιερωμένο στον Γιάννη, τον Κώστα και τον Γιώργο, τους φίλους και συντρόφους ενός ακόμα ταξιδιού.


«Για εξωτικά ταξίδια μου μιλάς,

Μέρη κρυφά από το χάρτη,

Μα θα ‘θελα μαζί σου να με πας,

έστω μακριά απ’ το φράκτη


Του χρόνου ίσως μοναδική γιατρειά,

ένα χρωματιστό κατάρτι,

Αυτό που κρύβεις μέσα στην καρδιά,

ποθεί να φύγεις κάποιον Μάρτη»


Ξένιος Κοφτερός 13/08/2023


Τρίτη 28 Απριλίου 2020

Μητρόπολη Χυλοπίτας ΑΕ


Μητρόπολη Χυλοπίτας ΑΕ, αποκλειστική εκπρόσωπος του Πασταφαριανισμού στους Έλληνες (Ελλάδας και Κύπρου) και εκφραστής της θέλησης του Ιπτάμενου Μακαρονοτέρατος.

Δια της παρούσης, θέλουμε να θέσουμε εις γνώση όλων των πολιτικών δυνάμεων σε Ελλάδα και Κύπρο το τεράστιο δράμα που ζουν οι πιστοί μας τις δύσκολες αυτές μέρες που διανύουμε.

Ως γνωστό, ο Πασταφαριανισμός είναι η μόνη αληθινή θρησκεία, όλες οι άλλες δημιουργήθηκαν από το Ιπτάμενο Μακαρονοτέρας τις νύχτες που έπινε πολύ. Εν τη μεγίστη σοφία και καλοσύνη του τις άφησε να υπάρχουν για να μπορούν οι πιστοί του μέσω της αμφισβήτησης να βρίσκουν το αληθινό νόημα του κόσμου σε μια κούπα με σπαγγέτι.

Λόγω τον μέτρων σας όμως, οι πιστοί μας έχουν χάσει την ευκαιρία να συναθροίζονται, κάθε Παρασκευή, όπως την λέτε εσείς καθώς για μας είναι η παμμέγιστη εορτή του Ρ’Άμεν. Όπου σε κοινό γεύμα οι πιστοί μας καταναλώνουν 3 κιλά χυλοπίτας και 1 λίτρο μπύρας ο καθένας. Όλοι οι πιστοί είναι ανά ζεύγος ούτως ώστε (3+1)χ2 να μας δίνει 8 που είναι όσο και τα βασικά διδάγματα της θρησκείας μας.

Στην δεκαπενταετή ιστορίας της εκκλησίας μας δεν υπάρχει καμία επιστημονική έρευνα που να δείχνει ότι η κατανάλωση χυλοπίτας και μπύρας μεταδίδει οποιοδήποτε μικρόβιο, ιό, βακτήριο ή μύκητα. Σας προκαλούμε να βρείτε έστω και μία, που και αν βρείτε το Ιπτάμενο Μακαρονοτέρας θα την διορθώσει χρησιμοποιώντας τα τρισμέγιστα και θαυματουργά του πλοκάμια.
Σας εκλιπαρούμε λοιπόν, όπως μας επιτραπεί, αρχής γενομένης της ερχόμενης Ρ’Άμεν (Παρασκεύης 1ης Μαΐου) να συντρώγουμε στους ιερούς μας χώρους όπως προστάζει η μόνη αληθινή και τέλεια θρησκεία.

Προς εφησυχασμό των άπιστων σας διαβεβαιώνουμε πως όλοι οι πιστοί μας:
Θα κάθονται σε ενάμιση μέτρο απόσταση (ένθεν και ένθεν του τραπεζιού)
Θα αποστειρώνουν με βρασμένη μπύρα το ιερό τρυπητό σκεύος / καπέλο τους
Θα προσκομίζουν τα δικά τους πιάτα, κουταλοπίρουνα και ποτήρια, με την γραπτή τους διαβεβαίωση ότι τα έχουν αποστειρώσει και αυτά με βρασμένη μπύρα.
Θα τηρείται αυστηρή σειρά για σερβίρισμα κρατώντας τις σωστές αποστάσεις.
Απαγόρευση εισπνοής/εκπνοής πάνω από την χύτρα με τις χυλοπίτες.

Καλούμε τις αρχές όπως μας παραχωρήσουν αστυνομικές δυνάμεις προς έλεγχο της τήρησης των ως άνω μέτρων. Με την προϋπόθεση ότι θα φέρουν τα ατομικά τους σκεύη, αποστειρωμένα φυσικά με βρασμένη μπύρα που αποτελεί τον μόνο ιερό τρόπο απολύμανσης κατά το Ιερό Μακαρονοτέρας, θα τους κεράσουμε αγιασμένες χυλοπίτες και μπύρα.

Ευχαριστούμε για τον χρόνο σας και ελπίζουμε όπως δείτε θετικά το δίκαιο αυτό αίτημα των πιστών μας.


Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2019

Χύτρες Ταχύτητος

Χύτρες ταχύτητος εν δυό,
Σε σειρά εν δυό,
Χαιρετούν, προσκυνούν, εν δυό,
Περπατούν, δεν μιλούν, εν δυό

Έχουν οι χύτρες διακοπές;
Περιμένουν όμως διαταγές,
Έχουν οι χύτρες ευχές;
Περιμένουν εντολές

Πως να γίνηκε ετούτο το σινάφι,
Λόχος Χύτρων, εν δυό
Στην γραμμή, εν δυό

Ώσπου την πίεση αντέχουν, εν δυό,
Μέχρι τα κόκκινα να αγγίξουν, εν δυό,
Λες να ανατιναχθούν, εν δυό;

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2019

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2019

Κομήτης v2.0

Διάττων αστέρας,

μη περιοδικός,

Τροχιάς αρνητής,

Κύκλων τεμνητής.


Ανήκων στο Συμπαν,

Διαγραφέας ευθειών,

Καμπυλών μισητής,

Μοναχικός ταξιδιώτης


Φωτίζων το σκότος,

Επισκέπτης αστεριών,

Κρύου και Κενού Ιππότης,

Αέναα κινούμενη τελεία.

Κομήτης v1.0

Διάττων αστέρας, μη περιοδικός,

αρνείται πεισματικά

να ακολουθήσει τροχιές,

Διασχίζει ξένους κύκλους επίμονα, χωρίς να παραμένει


Δεν ανήκει πουθενά, παρά

μόνον στο σύμπαν,

Διαγράφει ευθείες και τέμνει καμπύλες,

Μοναχικός ταξιδιώτης στον πεπερασμένο

χωροχρόνο.


Επισκέπτης σκοτεινών σημείων

και φωτεινών αστεριών,

Καβαλάρης στο απέραντο μαύρο, κενό και κρύο του σύμπαντος,

Τελεία που κινείται ατέρμονα

και αέναα.

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2019

Ατέλεια

Σε ένα τέλειο κόσμο, 

θα ήταν όλα τέλεια,

Θα ήμασταν μπιμπελό,

σε μια βιτρίνα, ακίνητα

Αφου θα ειχαμε ολοι την θέση μου μας αξίζει.

Ζωή ειναι η ατέρμονη κίνηση της ατέλειας προς την τελειότητα.